Εν αναμονή της πολυαναμενόμενης απόφασης

Ολοκληρώθηκε χθες η απολογία του κατηγορουμένου για τη δολοφονία της Γαρυφαλλιάς Ψαρράκου

Συνεχίστηκε χθες η δίκη για τη δολοφονία της Γαρυφαλλιάς Ψαρράκου. Η διαδικασία ξεκίνησε με την απολογία του καθ’ ομολογίαν δράστη, ο οποίος ανεβαίνοντας στο εδώλιο, ζήτησε συγγνώμη από την οικογένεια του θύματος και εξέφρασε τα θερμά συλλυπητήριά του.

Στην απολογία του, η οποία διήρκησε λίγο περισσότερο από δύο ώρες, ο κατηγορούμενος αρχικά αναφέρθηκε στην ψυχική διαταραχή από την οποία διατείνεται πως πάσχει από νεαρή ηλικία. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε στην περίοδο κατά την οποία φοιτούσε στο Πανεπιστήμιο αλλά και στη στρατιωτική του θητεία, όπου και παρατηρήθηκαν τα πρώτα συμπτώματα τα οποία όπως δήλωσε δεν είχε γνωστοποιήσει αρχικά σε κανέναν, λόγω του φόβου εγκλεισμού του σε ψυχιατρικό ίδρυμα. “Νόμιζα ότι όλα γύριζαν γύρω από εμένα, άκουγα φωνές μέσα στο κεφάλι μου, νόμιζα ότι με παρακολουθούν” είπε σχετικά με τις πρώτες ενδείξεις τις οποίες, όπως είπε, προσπάθησε να καταπολεμήσει με διάβασμα, γυμναστική, βότανα και διαλογισμό. Τα συμπτώματα συνεχίστηκαν, δήλωσε, με την οικογένειά του να τον παροτρύνει να επισκεφθεί ψυχίατρο ενώ στην πορεία ακολούθησε φαρμακευτική αγωγή για μικρό χρονικό διάστημα.

Το μοιραίο ταξίδι στη Φολέγανδρο

Αναφορικά με τη γνωριμία του με το θύμα, είπε πως αυτή έγινε αρχικά μέσω κοινωνικών δικτύων κατά τη διάρκεια της καραντίνας, ενώ στη συνέχεια ανέπτυξαν προσωπική σχέση και δια ζώσης, διατηρώντας ελεύθερη σχέση ωστόσο, χωρίς δεσμεύσεις.

Σύμφωνα με τον δράστη, το ταξίδι στο νησί της Φολεγάνδρου, είχε κανονιστεί λίγο καιρό πριν, μετά από παρότρυνση της Γαρυφαλλιάς, με σκοπό να παραμείνουν στο νησί για 10 μέρες περίπου. Απόφαση της Γαρυφαλλιάς, όπως είπε, ήταν και η επιλογή του ελεύθερου camping αντί του οργανωμένου όπως αρχικά είχε συμφωνηθεί. Οι πρώτες ημέρες κύλησαν ομαλά και χωρίς προβλήματα, μέχρι την τρίτη ημέρα όπου ένα drone που παρατήρησε ο δράστης να “πετάει” κοντά του, πυροδότησε και πάλι τις παρανοϊκές σκέψεις και το σύνδρομο καταδίωξης που είχε εμφανίσει και στο παρελθόν, σύμφωνα με τα λεγόμενά του.

Την ημέρα της δολοφονίας, ο δράστης δήλωσε πως υπήρχε από νωρίς ένα κλίμα έντασης και κακής συνεννόησης σχετικά με το πρόγραμμα που θα ακολουθούσαν. Σε μία από τις διαδρομές με το αυτοκίνητο, έχασαν το δρόμο, κάτι που δημιούργησε ακόμη περισσότερο εκνευρισμό και σε μία “παρατιμονιά” του δράστη βρέθηκαν εκτός δρόμου, δίπλα στον γκρεμό. Από εκείνο το σημείο, παρά τις επίμονες ερωτήσεις της έδρας, ο δράστης αδυνατούσε να θυμηθεί και να απαντήσει στο τι πραγματικά συνέβη. “Θυμάμαι αποσπασματικά κάποια πράγματα. Θυμάμαι να βγαίνει από το αυτοκίνητο και να φωνάζει “Τι κάνεις;”. Όταν βγήκα εγώ έξω από το αυτοκίνητο, δεν ήταν στο οπτικό μου πεδίο”. Όπως δήλωσε, άρχισε να την ψάχνει μέχρι που τη βρήκε στη θάλασσα, κάτω από τον γκρεμό. Γύρισε στο αυτοκίνητο, πήρε το σακίδιό του και κατέβηκε στα βράχια ώστε να τη βοηθήσει. Πάντα σύμφωνα με την απολογία του, την τράβηξε έξω από το νερό, την τοποθέτησε σε έναν βράχο και της παρείχε τις πρώτες βοήθειες. “Έκανα τεχνητές αναπνοές, δεν μιλούσε. Έκανα προσπάθεια να τη σώσω. Άσπρισε το πρόσωπό της και μελάνιασαν τα χείλη της. Εκεί κατάλαβα ότι ήταν νεκρή”. Ο δράστης είπε ότι πανικοβλήθηκε και άρχισε να κολυμπάει μακριά και παράλληλα με τις ακτές, χωρίς να μπορεί να σκεφτεί καθαρά. Πέρασε τη νύχτα στο βουνό, ενώ την επόμενη μέρα περιπλανώμενος, πλησίασε στο σημείο όπου είχε τελεστεί το έγκλημα, σκεπτόμενος να αυτοκτονήσει. Εκεί τον εντόπισαν και τον προσέγγισαν οι άνδρες της αστυνομίας.

 

Προφάσεις και αντιφάσεις

Όταν τον μετέφεραν στο ΑΤ Νάξου, ο δράστης είπε πως αδυνατούσε να δώσει εξηγήσεις για το τι ακριβώς έχει γίνει, διότι δεν είχε ακόμα συνειδητοποιήσει τι έχει συμβεί. Χωρίς καθαρό μυαλό και με τις παρανοϊκές σκέψεις να επιμένουν, όπως δήλωσε, έκανε μέσα στο αστυνομικό τμήμα απόπειρα αυτοκτονίας με ένα σεντόνι. Κατά τη διάρκεια της εξέτασής του από την Εισαγγελέα, ανάφερε πως όσο βρισκόταν στο βουνό, είχε μπει σε ένα άδειο σπίτι για να πιει νερό κι εκεί επιχείρησε επίσης να αυτοκτονήσει κόβοντας τις φλέβες του με μαχαίρι.

Ο Πρόεδρος της έδρας, υπενθύμισε στον κατηγορούμενο ότι στην πρώτη κατάθεση είχε πει ότι έσπρωξε το θύμα στον γκρεμό, παραδεχόμενος ότι “με είχε νευριάσει και την σκότωσα”, πως στις 18 Ιουλίου, χωρίς την παρουσία δικηγόρου, είπε πως όταν βγήκε η Γαρυφαλλιά από το αυτοκίνητο φώναζε “βοήθεια” και πως στις 22/07, στον ανακριτή Νάξου, είπε πως δεν θυμάται πόσες φορές την έσπρωξε προς τον γκρεμό. Ο δράστης αποκρίθηκε πως σήμερα δεν θυμάται τίποτα από όλα όσα είχε καταθέσει τότε.

Στην ερώτηση της Εισαγγελέως, δείχνοντάς του φωτογραφίες από το σημείο που βρέθηκε το αυτοκίνητο, για το αν θυμάται το τοπίο, απάντησε πως το μόνο που θυμάται είναι ότι το αυτοκίνητο έφυγε δεξιά προς τον γκρεμό. Στο αν σκέφτηκε να καλέσει βοήθεια, όταν διαπίστωσε ότι η Γαρυφαλλιά έχει πέσει στα βράχια, ο δράστης απάντησε αρνητικά. Σχετικά με τη συμπεριφορά της Γαρυφαλλιάς απέναντί του δήλωσε πως “με δίχαζε” ενώ επέμεινε πως δεν θυμάται τι ακριβώς συνέβη τις επίμαχες στιγμές και πως δεν μπορεί να εξηγήσει το πώς έπεσε η Γαρυφαλλιά από τον γκρεμό.

Αμέσως μετά την απολογία του δράστη, το λόγο πήρε ο συνήγορος υπεράσπισης Γ. Βλάχος, ο οποίος ζήτησε την αλλαγή του κατηγορητηρίου ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, σε ανθρωποκτονία εν βρασμώ ψυχικής ορμής. Σημειώνεται ότι σε αυτήν την περίπτωση, η ποινή που θα επιβληθεί στον δράστη θα είναι μειωμένη.

Η αγόρευση της Εισαγγελέως

Έπειτα από διακοπή μίας ώρας, η δίκη συνεχίστηκε με την αγόρευση της Εισαγγελέως, η οποία ξεκίνησε λέγοντας πως το συγκεκριμένο έγκλημα δεν συνιστά γυναικοκτονία εφόσον δεν έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, ενώ απεφάνθη πως το έγκλημα συνιστά αδίκημα ανθρωποκτονίας από πρόθεση σε ψυχική ηρεμία, τόσο στην απόφαση όσο και στην τέλεση της πράξης. Αναφερόμενη στις εκτιμήσεις των ψυχιάτρων που συμφωνούν στο ότι ο δράστης πάσχει από μία ψυχική ασθένεια που ονομάζεται ‘παρανοειδής διαταραχή προσωπικότητας’ και όχι από σχιζοφρένεια όπως εκτίμησε ο τεχνικός σύμβουλος που είχε καλέσει η πλευρά του κατηγορούμενου, είπε πως η συγκεκριμένη διαταραχή δεν καθιστά από μόνη της επικίνδυνο τον ασθενή και πως, παρά την πάθησή του, μπορεί να είναι απόλυτα λειτουργικός. Παρόλα αυτά, πρέπει να ληφθεί υπόψιν το αν και κατά πόσο η διαταραχή αυτή επέδρασε στην τέλεση του εγκλήματος, είπε η Εισαγγελέας και κάλεσε τους ενόρκους να μην ακολουθήσουν την κρίση του τεχνικού συμβούλου που προσπαθεί να δώσει “άλλοθι” στον κατηγορούμενο ώστε να αποφύγει τη σκληρότερη των ποινών. “Δεν έχω εικόνα σχιζοφρένειας είπε, δεν είναι παραληρηματική η σκέψη του και δεν πάσχει από κάποια πάθηση που μειώνει την αντίληψη και τον καταλογισμό του”. Η σκέψη του φαίνεται πως ήταν αρκετά διαυγής και τα κενά μνήμης του οφείλονται όχι σε κάποιο ψυχωσικό επεισόδιο αλλά στην επιλεκτική του μνήμη, είπε χαρακτηριστικά.

Η Εισαγγελέας, τόνισε επίσης στην αγόρευσή της πως ο δράστης έχει επιπέσει σε αντιφάσεις μεταξύ των ανακρίσεων και της απολογίας του στο δικαστήριο, ενώ και οι εξηγήσεις που έδωσε για τη χρονική σειρά και τον τρόπο με τον οποίο έγιναν τα συμβάντα, δεν φαίνονται λογικές σύμφωνα με τα στοιχεία. Σημείωσε επίσης, πως από πουθενά δεν προκύπτει το ότι έκανε απόπειρα αυτοκτονίας και ότι υπήρξε αυτοτραυματισμός, ούτε πριν συλληφθεί, ούτε μέσα στο αστυνομικό τμήμα. Αν και δεν είναι δυνατόν να διαλευκανθεί το πως ακριβώς έγιναν τα περιστατικά, υπάρχουν στοιχεία και φωτογραφίες που είναι αποκαλυπτικές, συμπλήρωσε.

“Η δική μου άποψη είναι ότι ο κατηγορούμενος την έσπρωξε, κατέληξε στο πλάτωμα, την προσέγγισε, είδε την κατάστασή της και την έσπρωξε στα βράχια. Αποκλείω το ενδεχόμενο να βούτηξε ο κατηγορούμενος στη θάλασσα και να την ανέσυρε” είπε η Εισαγγελέας, θεωρώντας πως ο κατηγορούμενος, μέσα στον πανικό του, άρχισε να προετοιμάζει τις επόμενες κινήσεις του, στήνοντας ένα θεατρικό σκηνικό ώστε να μπορέσει στην πορεία να δώσει τη δική του εκδοχή για τα γεγονότα.

Ολοκληρώνοντας, η Εισαγγελέας απευθυνόμενη στους ενόρκους, είπε πως δεν ζητά ούτε να σταυρώσουν έναν άρρωστο άνθρωπο, ούτε να λυτρώσουν τους γονείς της Γαρυφαλλιάς αλλά ούτε και να μη συναισθανθούν τους γονείς του δράστη. “Σας ζητώ απλώς να αφήσετε τα στοιχεία να μιλήσουν, εφόσον δεν μπορεί να μιλήσει η ίδια η Γαρυφαλλιά” είπε.

Δεν έχουμε αποδείξεις, έχουμε ενδείξεις”.

Ο συνήγορος υπεράσπισης, στην αγόρευσή του, κατηγόρησε την Εισαγγελέα ότι κράτησε επιλεκτικά κάποια στοιχεία τα οποία καταλήγουν στο συμπέρασμα πως ο δράστης είναι ένας απόλυτα λογικός άνθρωπος. Δήλωσε ξαφνιασμένος επίσης από την συναισθηματική υπερβολή και τη διδακτικότητα της εισαγγελικής πρότασης, την οποία χαρακτήρισε διαστρεβλωτική και μονομερή και συμπλήρωσε πως η μονομέρεια και ο υπερβολικός ζήλος της Εισαγγελέως πιθανώς προέρχονται από ιδεολογία κάτι που αποδεικνύει, όπως είπε, η αναφορά του όρου γυναικοκτονία που, ναι μεν είναι κοινωνικός όρος αλλά δεν έχει εισχωρήσει στο ποινικό μας σύστημα. Τέλος, δίνοντας μία διαφορετική ερμηνεία για αρκετά από τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο, δήλωσε πως για όλα αυτά δεν υπάρχουν αποδείξεις παρά μόνο κάποιες ενδείξεις.

Η δίκη συνεχίζεται σήμερα όπου αναμένεται η ανακοίνωση της απόφασης του δικαστηρίου για την πολύκροτη υπόθεση.